Το Ανεκπλήρωτο Καλοκαίρι στη Σητεία: Ο Γιώργος Μαζωνάκης και το Καταφύγιο που Έμεινε Βουβό
Υπάρχουν άνθρωποι που, όσο έντονα κι αν έζησαν κάτω από τα φώτα, κρατούν για τον εαυτό τους έναν τόπο όπου μπορούν να επιστρέφουν και να αφήνουν πίσω τους όλα όσα τους βαραίνουν.
Για τον Γιώργο Μαζωνάκη, ένας τέτοιος τόπος ήταν η Κρήτη.
Όχι η Κρήτη της κοσμικής ζωής και των καλοκαιρινών πλήθων, αλλά η άλλη Κρήτη. Η πιο αυθεντική. Η πιο σιωπηλή. Εκείνη του Λασιθίου, των Πεύκων της Σητείας, ενός τόπου δεμένου με τις οικογενειακές του ρίζες και με αναμνήσεις που δεν είχαν καμία σχέση με τη σκηνή, τα φώτα και τη δημοσιότητα.
Εκεί ο δημοφιλής τραγουδιστής μπορούσε να αφήσει στην άκρη τον «Μαζωνάκη» που γνώριζε όλη η Ελλάδα και να επιστρέψει στον Γιώργο.
Στον άνθρωπο.
Εκεί όπου σταματούσαν τα φώτα
Η ζωή ενός καλλιτέχνη του μεγέθους του ήταν γεμάτη ένταση. Νυχτερινές εμφανίσεις, ταξίδια, κάμερες, δημοσιότητα, χιλιάδες άνθρωποι να περιμένουν κάθε του εμφάνιση.
Και ύστερα ερχόταν η επιστροφή στην Κρήτη.

Στους Πεύκους, ο χρόνος είχε διαφορετική ταχύτητα. Οι αποστάσεις μικραίνουν, οι κουβέντες μεγαλώνουν και η καθημερινότητα αποκτά μια απλότητα που δύσκολα βρίσκει κανείς μέσα στον θόρυβο της πόλης.
Ένα καφενείο, ένας καφές, μια κουβέντα με έναν γνώριμο άνθρωπο, μια διαδρομή στους δρόμους του χωριού. Μικρές εικόνες που για έναν άνθρωπο της δημοσιότητας μπορεί να αξίζουν περισσότερο από οποιαδήποτε πολυτελή απόδραση.
Γιατί οι ρίζες δεν είναι προορισμός.
Είναι επιστροφή.
Η Κρήτη που έμεινε μέσα του
Η σχέση του Μαζωνάκη με την Κρήτη είχε κάτι βαθύτερο από μια απλή αγάπη για έναν όμορφο τόπο.
Ήταν η σχέση ενός ανθρώπου με την καταγωγή, την οικογένεια και τις μνήμες του.
Το τοπίο του Λασιθίου δεν χρειάζεται πολλά για να σε κερδίσει. Η πέτρα, το πεύκο, ο αέρας, η θάλασσα και το φως συνθέτουν ένα σκηνικό που δεν φωνάζει. Επιβάλλεται με τη σιωπή του.
Ίσως γι’ αυτό να λειτουργούσε για εκείνον σαν καταφύγιο.
Εκεί δεν υπήρχαν χειροκροτήματα.
Δεν υπήρχαν προβολείς.
Δεν υπήρχε η ανάγκη να είναι συνεχώς ο Γιώργος Μαζωνάκης.
Υπήρχε απλώς ο Γιώργος.

Και ύστερα ήρθε η απουσία
Ο ξαφνικός θάνατός του άλλαξε για πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα κοιτάζουν πολλοί άνθρωποι όσα συνδέονται μαζί του.
Για την Ελλάδα, έφυγε μια χαρακτηριστική φωνή της σύγχρονης λαϊκής μουσικής.
Για τους ανθρώπους που τον γνώρισαν πιο κοντά, έφυγε ένας άνθρωπος με τη δική του προσωπικότητα, τις ευαισθησίες, τις αντιφάσεις και τις σιωπές του.
Και για τους τόπους που συνδέθηκαν μαζί του, μένει κάτι ακόμη πιο δύσκολο να περιγραφεί: η απουσία.
Γιατί ένας τόπος μπορεί να παραμένει ακριβώς ίδιος και παρ’ όλα αυτά να μην είναι ποτέ ξανά ο ίδιος.
Οι δρόμοι στους Πεύκους θα συνεχίσουν να φωτίζονται από τον κρητικό ήλιο. Τα καφενεία θα ανοίγουν, οι άνθρωποι θα συναντιούνται, οι συζητήσεις θα συνεχίζονται και τα καλοκαίρια θα έρχονται ξανά.
Μόνο που κάποιος δεν θα επιστρέψει.
Το καλοκαίρι που δεν θα ξαναέρθει
Ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σκληρό κομμάτι του αποχαιρετισμού.
Όχι μόνο ότι ένας άνθρωπος έφυγε, αλλά ότι όλα εκείνα που θεωρούσαμε δεδομένα —μια επόμενη επιστροφή, ένα ακόμη καλοκαίρι, μια ακόμη διαδρομή, μια ακόμη συνάντηση— έγιναν ξαφνικά αναμνήσεις.
Το καλοκαίρι στη Σητεία θα συνεχίσει να υπάρχει.
Ο Γιώργος, όμως, δεν θα το ζήσει ξανά.
Και κάπου εκεί βρίσκεται η δύναμη αυτών των τόπων. Στο ότι κρατούν τις μνήμες χωρίς να τις φωνάζουν. Ένα τοπίο, ένα σπίτι, ένας δρόμος, ένα δέντρο μπορούν να γίνουν άτυπα μνημεία ενός ανθρώπου, χωρίς ούτε μία πέτρα να έχει στηθεί στη μνήμη του.
Στους Πεύκους, ίσως να μην χρειάζεται τίποτα περισσότερο.
Γιατί η μνήμη του θα βρίσκεται στις μικρές λεπτομέρειες.
Στο καλοκαιρινό φως.
Στον αέρα.
Στις κουβέντες των ανθρώπων.
Και κυρίως στα τραγούδια που θα συνεχίσουν να ακούγονται.
Ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε από τη ζωή, αλλά η φωνή του δεν έφυγε μαζί του.
Και ίσως, κάθε φορά που ένα τραγούδι του θα ακούγεται σε κάποιο αυτοκίνητο που διασχίζει τους δρόμους της Κρήτης, η απόσταση ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν να μικραίνει για λίγα λεπτά.
Σαν να γυρίζει, έστω και μέσα από τη μουσική, εκεί όπου αισθανόταν πιο κοντά στις ρίζες του.
Στη Σητεία.
Στους Πεύκους.
Στο καταφύγιο που τώρα έμεινε βουβό.
Όχι όμως ξεχασμένο.

